- ημιπληγικός
- -ή, -όαυτός που αναφέρεται στην ημιπληγία: Ημιπληγικά φαινόμενα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
ημιπληγικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ημιπληγία 2. αυτός που έχει υποστεί ημιπληγία, ο ημίπληκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημιπληγής. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στον Αλ. Αντωνιάδη] … Dictionary of Greek
ημι- — (AM ἡμι ) αχώριστο πρόθημα ως α συνθετικό λέξεων τής αρχ., μσν. και νεοελλ. γλώσσας που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό είναι: α) το μισό, ως προς το ποσό (πρβλ. ημισέληνος, ημισφαίριο) β) κάτι το ελλιπές, μη τελειωμένο,… … Dictionary of Greek
παρμένος — η, ο ως επίθ. 1. ο ημιπληγικός, ο ημίπληκτος, ο ημιπαράλυτος, και γενικά ο βλαμμένος σωματικώς 2. συνεκδ. ο διανοητικά καθυστερημένος, λιγόμυαλος, ανώμαλος 3. μτφ. φαντασιόπληκτος, ονειροπαρμένος, έξω από την πραγματικότητα 4. (ως μτχ. παθ.… … Dictionary of Greek